Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Η εκδοχή ενός παιδιού



Της Μαίρης Γκαλιάν
β' γυμνασίου

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

Περηφάνια δε θα το χαρακτήριζα μα κάτι παραπάνο από περηφάνια και ευλογία νιώθω για τη μοναδική μου Όλγα Ντέλλα. Τόσες αναμνήσεις χαραγμένες μέσα μου, όποιο βιβλίο και αν ανοίξω που έχει ως περιεχόμενο του ποίηση ή διήγημα θυμάμαι τα λόγια της τόσο σοφά σε αγγίζουν τόσο πολύ. Κάθε λέξη της, κάθε φράση της έχει ενα τόσο μεγάλο και βαθύ νόημα για 'μενα. Έχω την εντύπωση πως και αδιόρθωτος να 'σαι εκείνη θα σε διορθώσει με το μοναδικό της όπλο, το λόγο
Το πρώτο της βιβλίο που διάβασα ήταν "Το παραμύθι της ιτιάς και του ποταμού". Ένα βιβλίο, με το οποίο μαθαίνει κανείς να αγαπά, να συμπονά, να ταλαιπωρείται, να ονειρεύεται και να ζει πλάι στους ήρωες. Λές και φορά τα ενδύματα τους τα πολύχρωμα και αρχίζει να ζει με τη δική τους ζωή, φανταστική μα παράλληλα τόσο αληθινή. Ένα παραμύθι που με έδεσε με ένα ανύπαρκτο σχοινί κοντά του, σα δέθηκα δεν ήθελα να με ξετυλίξει, γιατί διαπίστωσα σιγά-σιγά πως έχω ανάγκη από τις τέτοιου είδους παραμυθίες, αν δεν τις έχω δε θα μπορέσω να βαδίσω σε έναν σωστό δρόμο.

Θυμάμαι ένας ποιητής, ο Τόλης Νικηφόρου είπε το έξης: "Γράφω για να τηρήσω μια εσωτερική εντολή και ελάχιστα αντιλαμβάνομαι το τί, το πώς και το γιατί". Είναι λοιπόν αξιοθαύμαστο το πώς μπορούν κάποιοι άνθρωποι όπως η Όλγα Ντέλλα μέσα από τα λόγια των ηρώων τους να σε κάνουν άθελα σου να ξαποστάσεις κάτω από τον ίσκιο του παραμυθιού τους ή μάλλον κάτω από τον ίσκιο της παραμυθίας τους. Για να γράψει κανείς με τέτοιο τρόπο σημαίνει ότι έχει περάσει μέσα από πολλές δοκιμασίες. Δοκιμασίες ψυχοφθόρες που καμιά φορά καταστρέφουν την ανθρώπινη ψυχή εμποδίζοντας τον να λάμψει με την έμφυτη φλόγα του, αν όμως η δύναμη της ψυχής κα το χάρισμα ενωθούν, θα προσπεράσουν όποια δοκιμασία και αν βρουν. Αυτό κάνει και η Όλγα Ντέλλα, μέσα από το γράψιμο, μέσα από τα λόγια των ηρώων της εκφράζει το παράπονο, τη χαρά και την αγάπη για όλα εκείνα που την περιτριγυρίζουν.

Την κλωστή του παραμυθιού, τυλίγουν μια "μικρή ιτιά" και ένας "ορμητικός ποταμός". Βρήκαν ο ένας τον άλλον μια απροσδόκητη ημέρα και σα βρέθηκαν, χάθηκαν ο ένας μέσα στην ψυχή του άλλου με πάθος αγάπης και συμπόνιας. Ένα ταξίδι που γίνεται ανάμεσα σε δυο νέες ψυχές που αντάμωσαν την έννοια της πραγματικής, καθαρής αγάπης αφήνοντας απ'έξω το ψέμα και τη ζήλεια. Ωσάν δυο φλόγες δυνατές έκαιγαν στο παρελθόν, μα όταν ενώθηκαν έγιναν μια, μια δυνατή φλόγα που φαινόταν ότι ακόμη και η σκληρότερη δοκιμασία δε θα μπορούσε να τη σβήσει διότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη δοκιμασία από την αγάπη. Η αγάπη από μόνη της είναι ένας δρόμος γεμάτος δοκιμασιές, στο δρόμο αυτό όταν βαδίζεις πρέπει να εμπιστεύεσαι, να συγχωρείς, να αγαπάς και πάνω από όλα να ξεριζώνεσαι για κείνον που αγαπάς, ακόμη και αν ξέρεις πως θα πληγωθείς μια μέρα και θα απομείνεις δίχως ρίζα.

Μέσα μου, εδώ και ένα χρόνο ή μάλλον σχεδόν δύο χρόνια έχω συνδυάσει το παραμύθι με την εικόνα του περίπατου σε έναν όμορφο, γεμάτο λουλούδια κήπο όπου εμείς οι αναγνώστες πιάνουμε το χέρι του αφηγητή και βαδίζουμε πλάι του, κείνος μας ξεναγεί και εμείς δεν κάνουμε τίποτε άλλο πέρα από το να θαυμάζουμε το μεγαλείο του κήπου του

ΙΤΙΑ

Ένδον της καθρεπτίζεται η μορφή μιας μεστής γυναίκας με ψυχή νεοάνθιστη που ακόμη οι δυσκολίες δεν την έκαναν να λυγίσει ολότελα και να κλάψει. Έμφυτο μεσα της το πάθος για όλα όσα ο Δημιουργός έπλασε. Ερωτευμένη με τη φύση και φυσικά με το μονάκριβο της ποταμό. Επέτρεψε σε κείνον που αγάπησε να την ξεριζώσει απ’ το χώμα και στο τέλος περνώντας μέσα από τόσες εποχές έμεινε δίχως τίποτε. Όλα είχαν αλλοιωθεί απάνω της, ωστόσο η αγάπη και η ψυχή της ήταν, στέκονταν εκεί, δίχως να την προδώσουν, διότι τα πάντα προδίδουν τον άνθρωπο στη ζωή μα η ψυχή… μα η ψυχή υποφέρει αν χρειαστεί σιωπηλά, χαίρεται σιωπηλά, μα μένει ακίνητη, στέκεται πάντα εκεί δίχως να φύγει.

Για την "ιτιά νεράιδα" μας τραγούδι ήταν ο έρωτας του ποταμού της, γιατί σα γλυκό τραγούδι τη μάγεψε και τη συνεπήρε σε έναν κόσμο διαφορετικό, σε έναν κόσμο όπου η καρδούλα της μικρής ιτιάς ήταν ελεύθερη, κελαηδούσε και πετούσε ωσάν το πουλί που πετά ελεύθερο στον αέρα. Μπορούσε πια να κουρνιάσει κάτω απ’ τον ίσκιο του αγαπημένου της και να τραγουδά ελεύθερα. Μα μια απροσδόκητη ημέρα έχασε κείνον που η καρδιά της αγάπησε και εμπιστεύτηκε. Σα θλιβερό τραγούδι απομακρύθηκε από εκείνη, αφήνοντας υπολείμματα μοναξιάς μες την πληγωμένη της καρδιά.

Κλείνοντας, θα ήθελα σαν αναγνώστης να σταθώ πλάι στην ωραιότερη παρομοίωση του παραμυθιού μας. Γράφει η ποιήτρια: "Ο κορμός της ρίγησε από μέσα όπως ριγά η ψυχή όταν πονά πολύ". Μονάχα αυτοί οι δυο στίχοι επαρκούν για να συγκινηθεί κανείς και να νιώσει όλα εκείνα που η ιτιά ένιωσε. Έτσι βογγούσε απ’ τον πόνο η πονεμένη ιτιά και κάπως έτσι βογγούν και οι μοναχικές ψυχές στις μέρες μας.
  
ΠΟΤΑΜΟΣ

Ένας ποταμός διαφορετικός απ’ τους άλλους, κλεισμένος στον εαυτό του, αφού τα βιαστικά χρόνια περνώντας από επάνω του τον έκλεισαν στην αυλή της μοναξιάς.

Συντροφιά είχε τη μοναξιά και τις τόσες ιτιές που ήταν ριζωμένες απάνω του και κείνος κάτω απ’ τον ίσκιο τους. Μα ποιός θα το έλεγε ότι θα ερχόταν η μέρα που μια ιτιά σα "νεράιδα" θα κατάφερνε να τον ξετυλίξει απ το μαντήλι της μοναξιάς με όπλο την αγάπη της; Ποιός θα φανταζόταν ότι η έννοια της αγάπης θα τον άγγιζε κάποτε; Μα για άλλη μια φορά η πραγματικότητα έρχεται και διαψεύδει τη φαντασία πολλών. 

Κείνη ήταν, η αγάπη ήταν που τον έπεισε να αλλάξει ρόλο στη ζωή του και από απλός ποταμός να γίνει ο ένας και μοναδικός ποταμός της μικρής ιτιάς. Τον άγγιξε τόσο η αγάπη που έφτασε να υποσχεθεί στη μονάκριβη του για ένα ταξίδι, ένα ταξίδι που δεν ήταν τίποτε άλλο πέρα από γλυκά λόγια ζυμωμένα απ’ τα βάθη της ψυχής του. Λόγια που πράγματι θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει και ως ένα ταξίδι, ένα γλυκό ταξίδι. Γιατί στην ουσία το ταξίδι που η δύναμη των λέξεων, των σκέψεων και των ονείρων κάνουν, είναι κάτι παραπάνο από ένα ταξίδι του ξεκινώ από κάπου και φτάνω σε έναν προορισμό. Ένα από αυτά τα ταξίδια της χάρισε κείνος. Μα αργά ή γρήγορα ο χρόνος ,αχ κείνος ο χρόνος που για πολλά ευθύνεται, τους χώρισε. Χώρισε δυο ψυχές που αγαπήθηκαν και δεν έπαψαν να αγαπιούνται ποτέ.

Ο ποταμός ένιωσε πως δεν μπορεί να προσφέρει τίποτε άλλο πέρα από μια σειρά από λόγια και φανταστικά όνειρα. Ξέχασε πως σε τούτο το βίο μονάχα αυτά τα λίγα γλυκά λόγια αξίζουν τα πάντα και όχι τα αληθινά ταξίδια σε τόπους μακρινούς και παράξενους.

ΑΝΕΜΟΣ

"Άνεμος βιαστικός μα σπλαχνικός· άνεμος μες απ’ τα ουράνια". Έτσι ξεκινά, με αυτούς τους δυο στίχους η Ντέλλα παρουσιάζει στους αναγνώστες της τον άνεμο ή μάλλον όχι τον άνεμο που συνηθούν οι άνθρωποι να γνωρίζουν. Ένας άλλος άνεμος μέσα στον οποίο καθρεφτίζεται ο αιώνιος παρηγορητής ολάκερης της ανθρωπότητας, ο Θεός, ο Δημιουργός των πάντων.                     

Παρηγορεί την ιτιά σιωπηλά με κείνο το βουβό ήχο του. Την αγαπά με μια διαφορετική αγάπη, απερίγραπτη, καθώς κανένας στον κόσμο ετούτο δεν μπορεί να αγαπήσει το συνάνθρωπο του όπως αγαπά Κείνος το ανθρώπινο ον. Σαν πονά και σπαράζει απ’ το κλάμα η ιτιά, κείνος πάντα την παρηγορεί δίχως να της μιλά, την παρηγορεί με τη δύναμη της σιωπής και όχι με την κοινή παρηγοριά των λέξεων, διότι η σιωπή είναι πιο πολύτιμη από τις λέξεις και τα λόγια, αν μπορέσεις να τη διαβάσεις τότε έχεις αποκομίσει το πιο πολύτιμο μάθημα από τη ζώη σου. Είχα μήνες την εντύπωση πως όταν ο Σεφέρης είπε: "Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτο το χάρισμα", αναφερόταν στο χάρισμα του να μπορεί κανείς να μιλά μέσα από τη σιωπή, απλά και λιτά.
Αγάπη 

Μια αγάπη πλασμένη από αθωότητα. Δυο ψυχές που αντάμωσαν και έσμιξαν αφήνοντας ελεύθερη τη φλόγα του έρωτα να ανάψει στις ψυχές τους, ψυχές έμπειρες μα παράλληλα τόσο άπειρες. Μια φλόγα που έκαιγε μες τις καρδιές τους, τόσο δυνατή ήταν που ακόμη κατάφερε να αναστήσει και να ξανά ενώσει τα σπασμένα από καιρό κομμάτια τους.
Αξιοθαύμαστη ήταν και θα είναι αυτή η αγάπη διότι ειν’ μια αγάπη παραδειγματικότητας. Αξίζει όλοι εμείς στις δύσκολες μέρες τούτου του γεμάτου δοκιμασίες βίου να αντλούμε δύναμη μέσα από τις σαν και αυτές αληθινές αγάπες που ολίγες ειν’ σήμερα.

Χωρισμός

Σε κάποιο σημείο λέγω το εξής : "Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δοκιμασία από την αγάπη. Η αγάπη από μόνη της είναι δρόμος γεμάτος δοκιμασίες". Για μια ακόμη φορά έρχεται ο χωρισμός και αληθεύει αυτό που σκέφτονται οι άνθρωποι για την αγάπη.
Ο ποταμός μας δεν άντεξε και αποφάσισε ξαφνικά να φράξει το δρόμο της αγάπης, ώστε να κρατήσει μακριά τον εαυτό του από την αγάπη και την αγαπημένη του. Όπως η ιτιά έτσι και ο ποταμός υπέφερε, σηκώνοντας ο κάθε ένας το δικό του σταυρό γεμάτο άλγος. Ποιός θα το έλεγε ότι θα συνέβαιναν τόσα και τόσα; Με σιγουριά όμως μπορώ να πω πως ο ποταμός ποτέ του δεν την ξέχασε. Πώς μπορείς να ξεχάσεις ένα κομμάτι σου, να μην το θελήσεις, να μην το διεκδικήσεις; Η μικρή πλέον ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι του, διότι ό,τι αγαπήσαμε πλάι σε ένα άτομο, φίλο ή σύντροφο της ζωής γίνονται κομμάτια μας δίχως να το γνωρίζουμε, μονάχα όταν απουσιάζουν εκείνοι μπορεί κανείς να καταλάβει ότι όλα όσα έζησε μαζί του/της ήταν και θα είναι κομμάτια της ψυχής του, κεφάλαια της ζωής του.


Ένωση


Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει την ένωση αυτή και ως ανάσταση. Μετά από καιρό "περνώντας την κοιλάδα της δοκιμασίας", κουβαλώντας το σταυρό τους έρχεται και πραγματοποιείται η θεία ένωση. Θα μπορούσε να μην είχε αναστηθεί; Όχι, νομίζω πως δε θα μπορούσε να μην είχε αναστηθεί διότι ποτέ του δεν πέθανε, αυτή η αγάπη ποτέ δεν άφησε τις ψυχές, παρόλο που το άλγος και η σιωπή την κάλυψαν με ένα σεντόνι, εκείνη υπήρχε και θα ήταν αισθητή αν μπορούσες να μπεις στις ψυχές τους. Πώς ο λαμπερός ήλιος τη μια εμφανίζεται φέρνοντας λαχτάρα για τούτη τη ζωή στους ανθρώπους και την άλλη εξαφανίζεται πίσω απ’ τα σύννεφα και προκαλεί θλίψη σε πολλούς από εμάς· έτσι και η αγάπη αυτή ποτέ δεν είχε εξαφανιστεί ολότελα, απλώς είχε αφανιστεί από τα μάτια πολλών, είχε κρυφτεί πίσω από τα εμπόδια και τις δοκιμασίες.

Πάντα είχα την άποψη πως όταν αγαπάς κάτι δεν μπορείς, είναι πάνω από τις δυνάμεις σου να πάψεις να το κάνεις. Παραδείγματα αμέτρητα υπάρχουν γύρω μας, όσα είναι και τα αστέρια τα μεσάνυχτα. Όπως όταν ένας αθλητής μένει ανάπηρος μετά από ένα σοβαρό ατύχημα δεν παύει να σκέπτεται όσο και αν σωπά, η σκέψη και η αγάπη του για το άθλημα περιτριγυρίζουν το μυαλό του. Έτσι και ο ποταμός του παραμυθιού μας όσο και αν σώπαινε, η αγάπη του για τη ιτιά δεν τον άφηνε ελεύθερο, τον έπνιγε. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και στην ιτιά μας, ανήμπορη να αλλάξει κάτι, ζούσε. Ποιός όμως ο στόχος αυτής της παρομοίωσης του αθλητή με τους ήρωες; Αυτό που θέλω να πω είναι πως ό,τι και αν συμβαίνει στη ζωή του κάθε ανθρωπου είναι αναπόφευκτο να συμβαίνουν κάποια πράγματα, άλλοτε θλιβερά και άλλοτε χαρούμενα. Δε θα μπορούσε να μην είχε συμβεί η ένωση αυτή, διότι όταν ποθείς κάτι με όλη σου την καρδιά, παύει κάποτε να είναι ένα απλό όνειρο, γίνεται μια ζωντανή πραγματικότητα.

Κλείνοντας, δε θα ήθελα να παραλείψω αυτά ακριβώς που γράφει και η Όλγα Ντέλλα:



Ήλθες ιτιά
γλυκιά ιτιά ήλθες αγαπημένη


Πώς μπορούσα να μην επιστρέψω 

η αγάπη σε κάνει να επιστρέφεις 
ιτιά εγώ μα πάντα στις όχθες σου

ιτιά εγώ μα μονάχα στις όχθες σου ζω


Κι ο ποταμός κοντά της έφτασε 

έσκυψε στις ρίζες της

και την εφίλησε



Ποταμός εγώ μα πάντα τον ίσκιο σου αποζητούσα

ποταμός εγώ μα δίχως εσένα απέμεινα στεγνός



Και τότε πια ενώθηκαν 

έτσι όπως μόνο μια ιτιά κι ένας ποταμός

μπορούν να ενωθούν



Και τότε πια ρίζωσε στο βυθό του


Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Για το παραμύθι της ιτιάς και του ποταμού ΙΙΙ




 

Αγαπητοί φίλοι και φίλες. Κάποτε είχα την τύχη, ή την ευλογία καλύτερα να πω, ν’ ακούσω πολλά παραμύθια, κυρίως από τον πατέρα μου. Εκείνα που’ λεγε, ανεξάντλητα κάθε βραδυά, γυρίζοντας από τα μακρινά του, ως ναυτικός που ήτανε, ταξίδια. Παραμύθια, αυτοσχέδια σχεδόν, αυτοδημιούργητα όλα. Από μια ψυχή βασανισμένη και λεπτή. Από μια φύση, σίγουρα ιδιαίτερη. Αργότερα είχα τη χαρά να προσπαθήσω κάτι από κείνα τα παραμύθια να πω στην κόρη μου. Να μπω στην ατμόσφαιρά τους. Στα μονοπάτια τους να πορευτώ. Την αύρα τους, κάτι λίγο από αυτήν έστω, από άλλο τώρα ρόλο να μεταφέρω σε κείνη. Να νιώσω τη δύναμή τους, τη μαγική τη μέθη τους, το σεβασμό και την αγάπη τους για τη ζωή. Από τη γνώση και από τη γεύση τους για από την πίστη τους, να ξαναποτιστώ, πάλι.

Ναι λοιπόν, ναι, σας το ομολογώ. Ένταση, χαρά, κάτι σε λύτρωση, όμοια παρηγορητική πως ένιωσα, λαμβάνοντας τούτο, το έναντι δώρου φιλίας και επικοινωνίας προς επιβίωση, βιβλίο  της  Όλγας. «Το παραμύθι της Ιτιάς και του ποταμού». Μαγεύτηκα ξανά, το διάβασα και το ξαναδιάβασα, το διάβασα στην κόρη μου και στα παιδιά του σχολείου. Το πήρα στο προσκεφάλι μου. Γνώσεις πολλές, ούτε σπουδές εγκύκλιες έχω πάνω στο θέμα. Και να με συγχωράτε.

Μα και τούτο το παραμύθι είναι καμωμένο απ’ αλήθεια. Είναι ζυμωμένο με τα υλικά της καρδιάς, που είναι και του ονείρου. Αλλιώτικα πώς θα διαιωνιστεί η αγάπη.

Αγαπητοί φίλες και φίλοι. Ο σύγχρονος άνθρωπος αποξενώθηκε από το περιβάλλον του. Ξεχάστηκε και τυφλωμένος εισήλθε  -για ν’ αποκλειστεί-  μες  στα σαλόνια μιας «ευημερίας θανάσιμης». «Ίσως και να’ ρθε ο καιρός που ανακαλύψαμε πως λίγο ακόμα και δεν θα έχουμε το δικό μας πρόσωπο σαν τόπος, σαν λαός και σαν πολιτιστική παράδοση τόσων αιώνων. Τα πουλήσαμε κι εξακολουθούμε να τα πουλάμε και σήμερα στους μεταπράτες του κόσμου. Κι όμως, ολόγυρά μας υπάρχουν ακόμα τα συγκλονιστικά ζωντανά τους σημάδια. Θησαυροί που πάνε να ξεχαστούν. Να χαθούνε για πάντα». Σε μια τέτοια παράδοση, στη σοφία και την αγνότητα μιας λογοτεχνίας απόλυτα στιβαρής, μιας λογοτεχνίας που θα’ πρεπε, αν μη τι άλλο, ως κάτι σπάνιο και ακριβό να διδάσκεται στα σχολεία, βαδίζει η Όλγα. Κι έτσι μπορεί να συνεχίζει. Το ταξίδι της. «Ένα ταξίδι προς τον Άλλο, τον αγαπημένο ή ένα ταξίδι προς την Ενδοχώρα» που ως ποιήτρια η ίδια, ακόμα περισσότερο μπορεί να καταλαβαίνει. Γιατί, τι πάει να πει λαβύρινθος ξέρει. Κι έτσι ξεκινά.

«Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας ποταμός. Μονάχος κυλούσε μες σε χαράδρες και σε κάμπους μες σε βουνά άσκια άβατα βουνά».

Φτάνει, δεν ήθελε πολύ το παραμύθι να με κερδίσει. Να μου προσφέρει το νήμα της ιστορίας του. Τον ένα ήρωά του. «Που ολημερίς γυρνούσε και ολονυχτίς τα δάση και τις ρεματιές / και σύνορα δε γνώριζε κι ούτε και τα φοβόταν / και που να τον φτάσεις δε μπορούσες / και μόνο από μακριά τον κοίταζες / από μακριά μονάχα του μιλούσες».

«Μονάχο ποτάμι και τρελό
Τρελό από τη μοναξιά του».

Ποίηση και παραμύθι, παραμύθι και ποίηση ήδη, από την αρχή, ένα.

Ποτάμι σύμβολο, πρόσωπο, θα’ λεγα εγώ, άνδρας. Σε πορεία χαρακτηριστικά μοναχική. Μ’ άλλα λόγια σε δοκιμασία ζωής. Δοσμένο ξαναλέω τόσο ποιητικά από μιας αρχής, στην αφετηρία του την αφηγηματική, όσο και στην προσπάθεια, της εξόχως ποιητικά συνέχειάς του. Με τις ιτιές, που ρίζωσαν στις όχθες. Τις γλυκές ιτιές, τις ανταριασμένες, τις αμίλητες, που κάποτε μονάχα με τον άνεμο μιλούσαν. Άνεμο βιαστικό μα σπλαχνικό, άνεμο μεσ’ απ’ τα ουράνια. Ήδη έχω την εντύπωση ότι σ’ ένα πρώτο επίπεδο -ας το πω- σιγά σιγά κατανέμονται οι ρόλοι. Σχηματίζεται ένας περίγυρος. Μες στον οποίο η μικρή Ιτιά, η ιτιά νεράιδα, προβάλλει. «Την είδε ο ποταμός και την εθέλησε».

«Σ’ αγαπώ της είπε», και τότε για ένα ταξίδι της μίλησε που θα’ καμαν οι δυο τους. Ταξίδι-παραμύθι. Παραμύθι, που μέσα του (γιατί κι οι δυο τους αγαπιόντουσαν) θα ταξίδευαν.

Με μαστοριά και τόλμη, με ζωντάνια και χάρη παραστατικά απαράμιλλη, πλάθει η Όλγα την Ιστορία της, στήνει σοφά, θα έλεγε κανείς, την αλληγορική της σημασία. Μετασχηματίζει μ’ επιτυχία τις διάφορες καταστάσεις σε μυθικά και ανθρωπολογικά αρχέτυπα κάνοντας, όχι τυχαία, το παραμύθι ολόκληρο ν’ ακούγεται, σαν νανούρισμα κάποιες φορές, μα, και σαν προσευχή. Κάνοντας εντός μου, άμα της αναγνώσεως, να εντυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο, το τοπίο της αγάπης -της αγάπης τους. Που όμως, μακριά από εμπόδια που φάνταζαν ανυπέρβλητα, δεν έμεινε για πολύ.

Καθώς το πρώτο τους φθινόπωρο έφτασε, κι έπειτα τα’ άλιωτα τα χιόνια του χειμώνα.

Και το άλγος Άνοιξης
δρεπανηφόρου - δεν έλλειψε.

Και άντεχε η Ιτιά. Μικρό κορίτσι, γυναίκα γίγαντας, η Ιτιά. Και άντεχε. Όχι γιατί με παθητικότητα αντιμετώπιζε ό,τι της συνέβαινε, μα γιατί κάτι άλλο, κάτι θεϊκό μέσα της ριζωμένο, βαθιά την κρατούσε. Κι ας την τρύπαγε μια θλίψη ως την καρδιά.

Ακόμα και τότε που ο κορμός της ρίγησε από μέσα, όπως ριγά η ψυχή όταν πονά πολύ. Ακόμα έτσι, θέλω να πιστεύω, και τότε. Που ήταν εξαντλημένη η Ιτιά και απελπισμένη κι ανυπεράσπιστη. Πίστευε, συνέχισε να πιστεύει, να εμμένει… με ηρεμία στωική. Αφού «ελπίδα και υπομονή είναι σχεδόν το ίδιο». «Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί», λέει, προειδοποιώντας μας ο ποιητής. Και λίγο πιο κάτω «Αγάπη μείνε στην καρδιά αυτός κι αν είναι ο κανών του τραγουδιού σου».

Κι ας φεύγει, μη αντέχοντας ή θέλοντας ή αναζητώντας άλλο τι -ποιος ξέρει, ποιος θα μας το πει- ο ποταμός.  Και ας χάνεται στη μοναχική του πορεία. Κι ας ενεργεί ως πρόσωπο τραγικό, όχι τόσο όσο η Ιτιά ίσως έτοιμο σ’ αυτή της Ζωής τους τη στιγμή για την εθελοθυσία.

Ή πάλι να φοβάται; Να φοβάται… λέτε

«αφού το ξέρει
ότι τα πιο σπάνια αισθήματα
βγαίνουν από εκεί
που δεν επιχειρείται
πραγμάτωση».

Όπως και να’ ναι είμαι ο τελευταίος που θα’ θελε, ντε και καλά, να δώσει ερμηνεία. Όλα δεν εξηγούνται. Και καλύτερα!

«Στα σκοτεινά
οδεύουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε, οι
ήρωες προχωρούν
στα σκοτεινά» λέει ο Σεφέρης.

Εδώ λοιπόν, σ’ ένα τέτοιο έσχατο όριο, ο άνεμος έρχεται να τη συνδράμει την ιτιά, σηματοδοτώντας παράλληλα, τόσο φυσικά και την εξέλιξη του παραμυθιού μας, μέσα από άλλο μοναδικό δρόμο - λύση αυτή τη φορά. Μα ακόμα γίνεται κι αυτό. Κάποιοι να θυμούνται αλλιώς την ιστορία. Και στον κόσμο τούτο «τον παραμυθένιο» όλα επιτρέπονται. Οι ρόλοι επανακατανέμονται, μέσα από τις ατραπούς της τραγικότητας καμιά φορά επέρχεται η σωτηρία. Περνούν οι ήρωες μας πόλεις κι χωριά βουνά και κάμπους και μονοπάτια άβατα ώσπου το δρόμο προς τα πίσω να ξανάβρουν.

Μήνες την κουβάλησε ο άνεμος μες στην αγκάλη
μες στα άλιωτα τα χιόνια του χειμώνα μήνες
κι ούτε κουράστηκε να τη βαστά μονάχα προσευχόταν
βήμα το βήμα προχωρούσε
βήμα το βήμα προσευχόταν
γιατί την αγάπησε και κείνος την ιτιά
με μιαν αγάπη πραγματική.

Κι άρχισε εκείνη αηδόνια να ακούει ξανά
της νύχτας τα τριζόνια
ανεμώνες να βλέπει του χειμώνα και πασχαλιές
 της άνοιξης και κείνα τα φύλλα της σκουριάς
μες στο φθινόπωρο.

Δεν ψευτοπαρηγοριέται εδώ η Όλγα κι ας μας παραμυθεί. Με τον Άνεμο, τον καλό της Άνεμο -της καλοσύνης τον Άνεμο- τον από μηχανής θεό της.

Τον Άνεμο, που είναι αυτάρκης και πλήρης. Τον Άνεμο, ως ακούραστη θέληση ζωής, τον Άνεμο που όλα να τα περιβάλει και να τα αγκαλιάζει και να τα ζωοποιεί μπορεί. Γιατί η πνοή είναι τούτη του κόσμου.

Γιατί, ακόμα και γιατί έτσι τον θέλει η Όλγα, αδιάκοπα γαληνεμένο να πνέει την αγάπη.

Ο Άνεμος, που χωρίς τη φωτιά του τα στήθη μας είναι νεκρά. Ο Άνεμος που όπου γυρίσεις να δεις, αναγνωρίσιμη είναι η μορφή του. Ο Άνεμος ο Ευώδης. Ο ιερός. Ο άπιαστος. Ο ασύλληπτος.

Ο άνεμος μεσ’ στα μαλλιά της.

Ο άνεμος μιας θάλασσας.

Ο Άνεμος, γιατί εκεί μέσα του καθημερινά εμβαπτίζεται του θαύματος γύρω μας η δωρεά. Ο Άνεμος ο τροφοδότης, ο άνεμος ο ταξιδευτής, ο γλεντοκόπος, ο αναχωρητής, ο εξομολόγος, ο ασκητής, ο μύστης -ο φρουρός- ο φύλακας Άγγελος. Ο πανεπόπτης αυτός, που για χάρη της γίνεται αγέρι απαλό για να φέρει το καλοκαίρι. Και το φέρνει και στο παραμύθι μας «ξανά». Όπως, ξανά ακούγεται η φωνή του ποιητή.

«Με την αγάπη μας θα σηκώσουμε την απελπισία μας
απ’ τ’ αμπάρι του κορμιού.
Δεν είναι φορτίο για τη χώρα
των αγγέλων η απελπισία».

«Τότε ήταν που έφτασαν στον τόπο
όπου στα πράσινα νερά του ποταμού της βυθίστηκε…
άνευ όρων και ορίων
ως αγάπη αληθινή που ήταν
και παρέμενε».
Και που ριζώνει. Για να υψωθεί και να λάμψει, να ξεχειλίσει, να φωτοχυθεί.

Σ’ αυτό, το σημείο, νομίζω, ότι το λεγόμενο «κεφαλαιώδες ζητούμενο γα την τέχνη» συντελείται. «Η σχέση του ανθρώπου με το χώρο, το χρόνο και τον εαυτό του». Αν, από τους πιο πάνω εξαίρετους στίχους, αφαιρέσεις μια λέξη, τη λέξη «αγάπη», τότε η παράδοση «η άνευ όρων και ορίων» θα μπορούσε να έχει παρεξηγηθεί. Καθώς περισσότερο σε υποταγή της ηρωίδας θα μας παρέπεμπε. Όμως, είναι φανερό. Άλλο συμβαίνει. Μύηση να τ’ ονομάσει κανείς, ανάσταση; Δικαίωση; Τι; Ή μόνο για ένωση να μιλήσει πρέπει κανένας. Για ένωση εξακολουθητικά μοναδική. Για ένωση, που από μέσα φωτίζει και σκεπάζει. Για την ένωση ως βλάστημα θείον.

Για την ένωση εκείνη που επιτέλους με πράξη εδραιώνεται, ομόδοξη δια παντός. Έτσι για να μπορεί αναντίλεκτα να φτάσει στην υπέρβαση της η Ζωή. Κι ακόμα μακρύτερα στη μετάβασή της, γιατί όχι, από τον καθημερινό βίο στο μεταφυσικό και στον αόρατο. Μου δίνεται η εντύπωση -με επιφύλαξη θα το πω- ότι η κοσμοθεωρία της Όλγας μού αποκαλύπτεται. Δε φλερτάρει μ’ έναν κόσμο άλλονε εδώ η αγάπη. Είναι από μόνη της ένας κόσμος άλλος. Αληθινός και μάλιστα ακατανίκητος από τη φθορά. Όπου ο θάνατος καταργείται. Και μαζί του κάθε χωρισμός. Κι όλα αυτά τα πετυχαίνει τόσο απλά η Όλγα. Δίχως να παραφορτώνει τους ήρωες της, χωρίς να τους παραστολίζει συναισθηματικά, καταφέρνει απολύτως απέριττα να μας υποβάλει τις μορφές τους. Ανιχνεύοντάς τες βαθιά κι ας παίζεται κι ας ξαναπαίζεται επί αιώνες το δράμα.

Η πνευματική της άλλωστε κατάσταση το επιτρέπει. Η γυναικεία φύση πάλλουσα ξανά να καθρεφτίζεται στον ποταμό της. Που σιωπηλός κι από το χρόνο θλιμμένος της δινόταν. Νιώθοντας κι εκείνος, ήρεμος πια, μακριά απ’ αλλότρια βάρη, «πως αν αγαπάς είναι για πάντα». Με τούτα τα λόγια, θα’ λεγα συμπερασματικά, ότι ρίχνει τελειωτικά φως στη ματαίωση η Όλγα, ξαναδίνει προσανατολισμό στην ελπίδα, ξεπερνάει το φόβο για το άγνωστο, υψώνει αναχώματα στο χαμό. Κι αυτό, αντιλαμβάνεστε, μόνο αμελητέο δεν είναι.

Οποία πληρότης. Τι μυστικό έρωτος νικηφόρου που αποκαλύφθηκε,. Μια νέα αφετηρία; Ένα βήμα, όχι ένα βήμα, μια Ζωή να πω, πιο κοντά στην πραγμάτωση, της δικής τους εννοώ, όπως και από δω τουλάχιστον και πέρα πια, οι ίδιοι θα την αντιλαμβάνονται, ελευθερίας.

Γιατί τελικά μάλλον έτσι ανοίγουν οι ουρανοί, έτσι ο κόσμος αλλάζει. Έτσι η πλάση, κοινωνεί την αγάπη.

Γιατί, αν κάτι μένει, και η Όλγα δείχνει να πιστεύει ακράδαντα σ’ αυτό, είναι Εκείνη. Γιατί ένωση και ενίοτε ενόραση και πάθος σε νόημα δραματικά πανανθρώπινο, είναι η αγάπη. Και όχι κάτι το αφηρημένο, μια εντύπωση επιφανειακή, κάτι που μόνο σε άκριτες μπορεί να στηριχτεί  συναισθηματικές παρορμήσεις.

Βεβαίως, ιδιαίτερη μνεία αξίζει η φροντισμένη σε κάθε λεπτομέρειά της έκδοση του «Ιδαλγού», καθώς επίσης και η παράλληλη με τα κείμενα εύθετη εικονογράφηση.

Τελειώνοντας, ήθελα να σας το πω. Η αδυναμία μου να προσεγγίσω όσο ένιωθα αρχικά ότι μπορώ τούτο το παραμύθι, μάλλον μεγάλωσε. Όπως μεγάλωσε γι’ αυτό κι ο θαυμασμός μου.

Βεβαίως και θέλω -από καρδιάς- να σας ευχαριστήσω όλους που με ακούσατε. Να ξέρετε σας μίλησα τρέμοντας σχεδόν από του εγχειρήματος το βάρος. Με τη φωνή μου να νιώθω ότι θα κοπεί.

Ευχαριστώ την Όλγα ιδιαίτερα, για την εμπειρία που μου πρόσφερε, την τιμή που μου έκανε, να είμαι απόψε μαζί σας.

Της είμαι ευγνώμων για το παραμύθι-ποίημα-ύμνο στην αγάπη που μας χάρισε. Της είμαι ευγνώμων διπλά, για τούτη τη γνωριμία. Σας ευχαριστώ.
ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΗΣ